none

Δημήτρης Αντωνιάδης, Πίσω από τις μπάρες του Πειραιά από το 1985 μέχρι σήμερα

Τον γνωρίσαμε στο Καφέ των Αισθήσεων, όπου εργάζεται και μας είπε την ιστορία του, η οποία εξελίσσεται παράλληλα με τη διασκέδαση στον Πειραιά από τη δεκαετία του ΄80 μέχρι σήμερα. Το τραγούδι που μας έμεινε από τα πολλά που έπαιξαν στο “παρασκήνιο” της συζήτησης ήταν μια εκτέλεση του Perfect Day σε διασκευή.

Δημήτρη πότε ξεκινάς να βγαίνεις στον Πειραιά για να ακούσεις μουσική και να πιείς το ποτό σου;

Από τη δεκαετία του 1980 ξεκίνησα να ζω τα εφηβικά μου χρόνια και τα μπαράκια του Πειραιά ήταν σταθερά στις προτιμήσεις μου για διασκέδαση, αν και από τότε πήγαινα και Αθήνα. Η Trump, το Αμερικάνικο, το Secreto, το Διαχρονικό και φυσικά ο Δον Κιχώτης ήταν τα bar που πήγαινα συχνότερα. Αλλά τίμησα και τα La Jazz, Castello και Waterside και αρκετά ακόμα που μπορεί να μην ξεκινάγαμε από αυτά το πρώτο ποτό, αλλά ήταν κομμάτι της μπαρότσαρκας από τη Ζέα μέχρι την πλατεία Αλεξάνδρας.

Τα ακούσματα σου;

Τα ακούσματα μου είναι κυρίως ροκ, αλλά ακούω γενικότερα ωραία μουσική, ακόμα και κλασική.

Ποιες είναι οι αναμνήσεις σου από τότε;

Ξεκινάγαμε με καφέ στην Πασαρέλα, πλατεία Αλεξάνδρας και Πισίνα, μετά σινεμά και η νύχτα συνεχίζονταν με ποτό και χορό. Οι έφηβοι και οι νέοι είχαν περισσότερη οικονομική άνεση μέχρι που ήρθε το μνημόνιο και τα ισοπέδωσε όλα. Ο κόσμος χόρευε παντού και το φλερτ ήταν πολύ πιο εύκολο και άμεσο σε σχέση με σήμερα. Υπήρχαν και κάτι τσαμπουκάδες μεταξύ σχολείων κυρίως, αλλά χωρίς τις ακρότητες που βλέπουμε σήμερα. Στον Πειραιά ήταν λίγα τα μαγαζιά που είχαν “σκληρή” πόρτα.

Εσύ πότε ξεκινάς να είσαι πίσω από την μπάρα;

Ξεκινάω να εργάζομαι το 1985, αλλά όχι από την αρχή ως bartender. Η πρώτη μου δουλειά ήταν στη Μαύρη Γίδα στο Μικρολίμανο, εκεί που στη συνέχεια έγινε η καφετέρια Έξι. Ήθελα να αγοράσω ένα παπί και για αυτό έπιασα δουλειά, αλλά δεν μου άρεσε η κατάσταση και έφυγα και έτσι δεν πρόλαβα να μαζέψω τα χρήματα για το παπί.

Μετά δούλεψα σέρβις στο Bolero και το Μικρό Φιν του Τάσου Μπουντούρη και από το 1988 ξεκινάω να εργάζομαι ως bartender στο Δον Κιχώτη. Μετά τον στρατό μοιράζομαι ανάμεσα σε Αθήνα και Πειραιά στο Viva Zapata και στο Γκαζάκι, όπου έμεινα δέκα χρόνια. Προς το τέλος αυτής της δεκαετίας, κάνω μεροκάματα στο Rockfellas στον Πειραιά και μετά για λίγο στο Trubar. Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2017, όπου ξεκινάω στο Καφέ των Αισθήσεων και συνεχίζω μέχρι σήμερα.

Σε αυτήν την πορεία σκέφτηκες να φτιάξεις κάτι δικό σου;

Είχα κάποιες ιδέες, αλλά δεν προχώρησα καμία γιατί θεωρώ ότι δεν ταίριαξαν οι συγκυρίες.

Πώς είναι η ζωή σου πίσω από την μπάρα;

Είναι αυτό που μου αρέσει. Η μουσική την ώρα που φτιάχνω ποτά με απογειώνει. Αισθάνομαι σαν ροκ σταρ. Μου αρέσει η προσωπική επαφή με τον κόσμο και για αυτό και δεν ενδιαφέρομαι σχεδόν καθόλου για τα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα.

Θέλω να πω ότι ενώ ξεκίνησα εμπειρικά, στη συνέχεια σπούδασα σε σχολή και αυτό με βοήθησε να καταλάβω ότι υπήρχαν πράγματα που έκανα λάθος και έτσι σήμερα νιώθω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση να δημιουργώ τα δικά μου cocktails.

Μιας και μίλησες για cocktails, τι παίζει με τα ποτά σήμερα;

Θεωρώ ότι τα νόμιμα ποτά έχουν γίνει καλύτερα σε σχέση με το παρελθόν. Δεν ξέρω αν βοήθησε η ταινία Cocktail, αλλά εκεί προς το τέλος της δεκαετίας του ΄90, η κατανάλωση των cocktails απογειώθηκε. Πλέον, υπάρχουν πελάτες που πηγαίνουν στα μαγαζιά, όχι μόνο για τη μουσική ή το χώρο, αλλά και για να δοκιμάσουν τα cocktails ενός bartender ή μιας barlady. Και αυτό είναι κάτι που κάνει την εργασία μου ακόμα πιο αξιόλογη.

Μιας και το διαχώρισες, πότε ξεκινά να αυξάνεται ο αριθμός των barladies;

Μέχρι και τη δεκαετία του ΄90, το επάγγελμα ήταν ανδροκρατούμενο. Ήταν μη κοινωνικά αποδεκτό για μια γυναίκα να εργάζεται πίσω από τη μπάρα. Από εκεί και πέρα σταδιακά τα πράγματα αλλάζουν, αλλά ακόμα χρειάζεται δρόμος για να έρθει η ισορροπία. Νομίζω όμως, ότι τουλάχιστον, είναι πλέον κοινωνικά αποδεκτό να βλέπουμε barladies. Να αναφέρω εδώ ότι μέχρι και το 2005, για να εργαστείς σε μπαρ, έπρεπε να έχεις άδεια εργασίας από την αστυνομία.

Μετά την οικονομική κρίση του 2010, έχεις παρατηρήσει αλλαγές στην εργασία σου;

Τα πράγματα είχαν αρχίσει να αλλάζουν πριν την οικονομική κρίση. Κάτι διαφαίνονταν, ο κόσμος ξόδευε λιγότερα για διασκέδαση και τα μαγαζιά διασκέδασης είχαν ήδη σταματήσει να λειτουργούν επτά μέρες την εβδομάδα. Να θυμηθούμε το νόμο Παπαθεμελή το 1994 και το πάρτι που είχε στηθεί μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη με τον κόσμο να εναντιώνεται στο χρονικό όριο της διασκέδασης. Τεράστιο πλήγμα για την πελατεία των μπαρ ήταν και ο αντικαπνιστικός νόμος που ξεκίνησε να εφαρμόζεται το 2009. Ήταν σαν προμηνύματα για την καταιγίδα που ερχόταν. Η διασκέδαση έπρεπε να μπει σε ευρωπαϊκά καλούπια. Σήμερα, νομίζω δεν βλέπουμε το κέφι που βλέπαμε στο παρελθόν. Επίσης, υπάρχει περισσότερος συντηρητισμός στο ντύσιμο, στο φλερτ και εννοείται στα έξοδα.

Υπάρχουν βέβαια και θετικές εξελίξεις. Για παράδειγμα, τις δεκαετίες ΄80 και ΄90 κυνήγαγες τα ένσημά σου. Τώρα, τα πράγματα είναι πιο σωστά. Επίσης, είμαι υπέρ των ποτών χωρίς αλκοόλ. Μπορεί κάποιοι να καταφέρνουν να έρθουν στο κέφι χωρίς τη βοήθεια του αλκοόλ. Αν μάλιστα συνεχιστούν οι έλεγχοι, όπως συμβαίνει τον τελευταίο καιρό, είναι πιθανό να δούμε τον κόσμο να επιστρέφει σε μπαράκια που είναι κοντά στη γειτονιά του, ώστε να είναι εύκολη η επιστροφή στο σπίτι χωρίς αυτοκίνητο. Ελπίζω ωστόσο, να μη φτάσουμε σε καταστάσεις ποτοαπαγόρευσης.

Ποιο κλείσιμο μαγαζιού στον Πειραιά σου κόστισε περισσότερο;

Θα έλεγα το Αμερικάνικο. Έγιναν προσπάθειες αναβίωσης, αλλά ποτέ δεν ήταν το ίδιο.

Ποιους Πειραιώτες bartenders και barladies θα ξεχώριζες;

Κώστας Μπάρμπας, Δημήτρης Ζάππας και Νίκος Μεσσήνης

Related articles

Παναγιώτης Ρέππας: Το κράτος δεν μας αφήνει να κάνουμε τη δουλειά μας

Πιθανά αίτια για τις περιορισμένες ποσότητες ανακύκλωσης σε σχέση με τις αναμενόμενες θα μπορούσαν να είναι η έλλειψη εκπαίδευσης και αντίστοιχα νοοτροπίας ανακύκλωσης των δημοτών καθώς και η έλλειψη εργαλείων, κάδων και απορριμματοφόρων του Δήμου για να επιτελέσει το έργο του.

Πειραιώτισσα σεφ και μητέρα

Τα μενού στο στο Κτήμα Κυρ Γιάννη στη Νάουσα και στο Κτήμα Σιγάλα στη Σαντορίνη έχει επιμεληθεί η Κυριακή Φωτοπούλου, η οποία γεννήθηκε και ζει στον Πειραιά. Η μητρότητα την κράτησε για λίγο καιρό μακριά από την κουζίνα, αλλά τώρα είναι γεμάτη διάθεση και ενέργεια να επιστρέψει.