Ο σκοπός μιας ενεργειακής κοινότητας είναι να παράγει με ίδια μέσα ηλεκτρική ενέργεια και στη συνέχεια να τη μοιράζει στα μέλη της. Στην Ελλάδα με το νόμο 4513/2018 θεσπίστηκε για πρώτη φορά η έννοια της ενεργειακής κοινότητας. Ωστόσο, ο νόμος αυτός έδινε κάποια συγκεκριμένα κίνητρα, τα οποία τα εκμεταλλεύτηκαν περίπου οι 1.900 ψευδο-κοινότητες από τις 1.930 που έχουν δημιουργηθεί στην Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, ο νόμος επέτρεπε σε μια κοινότητα, μόλις 15 μελών, να κάνει έργα συνολικής παραγωγής μέχρι 18 MW από αιολικά και φωτοβολταϊκά συστήματα, απολαμβάνοντας απόλυτη αδειοδοτική προτεραιότητα. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν κοινότητες μεταξύ συγγενικών προσώπων και επενδυτών, κάποιοι εκ των οποίων είχαν συμμετοχή σε κοινότητες άλλων περιφερειών (το επέτρεπε ο νόμος). Οι 1900 αυτές κοινότητες πήραν προτεραιότητα στην αδειοδότηση, βάσει του νόμου, για έργα συνολικής ισχύος 2,2 GW. Προφανώς, ο στόχος αυτών των κοινοτήτων δεν ήταν να μοιράσουν την ηλεκτρική ενέργεια στα μέλη τους, καθώς παρήγαγαν πολύ περισσότερη ενέργεια από τις ανάγκες των μελών τους, αλλά να κερδοσκοπήσουν. Τελικά, η κυβέρνηση αποφάσισε να σταματήσει με τροποποίηση τη δράση των ψευδο-κοινοτήτων, αλλά με τρόπο που για μια ακόμα φορά έβλαψε τις “πραγματικές” ενεργειακές κοινότητες.
Μόλις 62 MW η συνολική παραγωγή των “ειλικρινών” ενεργειακών κοινοτήτων
Οι λιγότερες από τις τριάντα ενεργειακές κοινότητες που λειτουργούν σήμερα με σκοπό να εξυπηρετήσουν τα μέλη τους, παράγουν ισχύ που συνολικά δεν ξεπερνά τα 62 MW. Με μια διαφορετική προσέγγιση, που εν μέρει συμφωνεί με αυτήν που διατυπώσαμε παραπάνω, ο Νίκος Μάντζαρης, συνιδρυτής του Green Tank, αναφέρει ότι “δεν ορίζουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο το τι είναι «πραγματική» κοινότητα. Ο αριθμός των μελών δεν μπορεί να είναι το μοναδικό κριτήριο. Για παράδειγμα εμείς θεωρούμε σημαντικό κριτήριο το αν η κοινότητα υλοποιεί έργα αυτοπαραγωγής που στόχο έχουν την κάλυψη ιδίων αναγκών ή αν πουλά την ενέργεια από τα έργα της με σκοπό την αποκόμιση κέρδους. Με αυτή την έννοια από τα 1397.5 ΜW έργων Ενεργειακών Κοινοτήτων είχαν ηλεκτριστεί ως τον Μάρτιο του 2025, μόλις τα 61.8 ΜW (4.4%) αντιστοιχούσαν σε έργα αυτοπαραγωγής. Αυτό συνέβη διότι ειδικά τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του νομικού πλαισίου του ν. 4513/2018, η συντριπτική πλειονότητα των έργων Ενεργειακών Κοινοτήτων είχε σκοπό το κέρδος. Η αλλαγή του πλαισίου το 2023 (ν.5037/2023) έβαλε έναν φραγμό σε αυτό το φαινόμενο, ωστόσο ήταν πολύ αργά καθώς πλέον υπήρχε έλλειψη ηλεκτρικού χώρου. Επιπλέον, από το 2024 έγινε η μετάβαση στο θεσμικό πλαίσιο της αυτοπαραγωγής από το net metering στο net billing, το οποίο έβαλε «φρένο» στα έργα αυτοπαραγωγής είτε από μεμονωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, είτε από ενεργειακές κοινότητες.”

Μια από αυτές, η “Μινώα Ενεργειακή Κοινότητα”, που είναι και η μεγαλύτερη στην Ελλάδα με 2.000 μέλη, σε έξι χρόνια έχει καταφέρει να στήσει φωτοβολταϊκά που παράγουν μόλις 4,5 MW και να δαπανήσει περίπου 3,5 εκατομμύρια ευρώ. Όπως λέει ο Δημήτρης Κατσαπρακάκης, εκπρόσωπος της κοινότητας και καθηγητής Μηχανολόγος Μηχανικός στο Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο, “Έχουμε πολύ μεγαλύτερη ανάγκη για ενεργειακό χώρο, καθώς τα μέλη μας αυξάνονται, αλλά είναι πολύ δύσκολο να τον αποκτήσουμε γιατί είναι δεσμευμένος.” Ο ίδιος μάλιστα προσθέτει ότι “αν πάρουμε ως μέτρο σύγκρισης το Σάμσοε, ένα νησάκι στη Δανία με πληθυσμό τριών χιλιάδων κατοίκων, το οποίο σε δέκα χρόνια έχει υλοποιήσει έργα 48 εκατομμυρίων ευρώ, καταλαβαίνουμε πόσο πίσω είμαστε.”
Τι είναι όμως ο ενεργειακός χώρος. Σε κάθε περιοχή της Ελλάδας και ιδιαίτερα στα νησιά, τα οποία μέχρι πρότινος δεν ήταν συνδεδεμένα με την ηπειρωτική Ελλάδα, υπάρχει ένα πλαφόν για την ενέργεια που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Ο λόγος είναι ότι το σύστημα διαχείρισης και αποθήκευσης ενέργειας που ανήκει στο κράτος, δεν μπορεί να υποδεχτεί άνευ ορίων την ενέργεια που παράγουν οι ανανεώσιμες πηγές. Αυτό συμβαίνει γιατί οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ως μονάδες μη εγγυημένης παραγωγής, σε υψηλά ποσοστά συμμετοχής στο μίγμα παραγωγής μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στην ευσταθή λειτουργία των συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας. Επομένως, χρειάζεται, όταν υπάρχει υψηλή παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αυτή να αποθηκεύεται, ώστε να καλύπτει τις ανάγκες όλο το 24ωρο και να αποφεύγεται η συσσώρευση της διαθεσιμότητας παραγωγής σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας. Κάτι τέτοιο όμως χρειάζεται μεγάλες επενδύσεις και χωρίς αυτές υπάρχει κίνδυνος για σημαντικά προβλήματα, όπως οι γενικευμένες διακοπές ρεύματος σε Ισπανία και Πορτογαλία το καλοκαίρι.
Πώς το πλαφόν έγινε θηλιά στο λαιμό των ενεργειακών κοινοτήτων
Η Ελλάδα είναι μία από τις πιο προικισμένες χώρες στον κόσμο σε σχέση με το δυναμικό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ειδικά, η νησιωτική Ελλάδα, θα μπορούσε με την κατάλληλη διασύνδεση με την ηπειρωτική χώρα, όχι μόνο να είναι πλήρως αυτόνομη ενεργειακά, αλλά και να τροφοδοτεί την ηπειρωτική Ελλάδα με το πλεόνασμα ενέργειας.
Πριν από περίπου 15 χρόνια, κάποιοι μεγάλοι επενδυτές εκμεταλλεύτηκαν συγκεκριμένες θεσμικές ρυθμίσεις και υπέβαλαν σωρεία αιτήσεων αδειοδότησης αιολικών πάρκων σε όλη τη νησιωτική Ελλάδα αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα τη θεσμική υποχρέωση να διασυνδέσουν τα εκάστοτε νησιωτικά συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας με το ηπειρωτικό σύστημα. Στην Κρήτη, όπου δραστηριοποιείται η “Μινώα Ενεργειακή Κοινότητα”, υποβλήθηκαν αιτήσεις συνολικής ισχύος περίπου 5 GW, από τα οποία αδειοδοτήθηκαν τελικά τα 2 GW καταλαμβάνοντας αντίστοιχο ενεργειακό και γεωγραφικό χώρο.

Οι εταιρείες που πήραν τις άδειες, όπως αναφέρθηκε ήδη, δεσμεύτηκαν θεσμικά να διασυνδέσουν με δικό τους κόστος την Κρήτη με την ηπειρωτική χώρα. Έκτοτε, ο ενεργειακός χώρος παραμένει δεσμευμένος, τα έργα δεν έχουν γίνει και η κυβέρνηση με τροποποίηση του νόμου, στον οποίο είχε βασιστεί η διάθεση των αδειών, απήλλαξε τους φορείς των αδειών αυτών από την υποχρέωση του έργου της διασύνδεσης. Αντιθέτως, τους επιβράβευσε παραχωρώντας τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν από τα αδειοδοτηθέντα αιολικά πάρκα, τα δύο καλώδια που διασυνδέουν την Κρήτη με την ηπειρωτική χώρα (από τα οποία το ένα έχει ήδη ολοκληρωθεί, ενώ το άλλο θα ολοκληρωθεί μέσα στο 2026). Οι δύο αυτές ηλεκτρικές διασυνδέσεις υλοποιήθηκαν με χρήματα του ελληνικού δημοσίου.
Ως αποτέλεσμα οι ενεργειακές κοινότητες στερήθηκαν πολύτιμο ενεργειακό χώρο, τα έργα δεν υλοποιήθηκαν και τελικά, ο αρχικός λόγος για τον οποίο έγινε η απευθείας ανάθεση αδειών δεν τηρήθηκε.
Σύμφωνα με τον Δημήτρη Κατσαπρακάκη “Η Μινώα Ενεργειακή Κοινότητα” πρόκειται να κινηθεί νομικά απέναντι στην κατάφωρη παραβίαση των νόμιμων διαδικασιών.
Το ενδιαφέρον είναι ότι παρόμοια περιστατικά έχουν συμβεί και σε άλλες περιοχές στην Ελλάδα, όπως στη νότια Πελοπόννησο για παράδειγμα, όπου όμως δεν υπάρχουν δυναμικές ενεργειακές κοινότητες και επομένως, μια δράση που θα μπορούσε να έχει πανελλαδική διάσταση περιορίζεται σε τοπική εμβέλεια.
Η αποτυχία του προγράμματος “Απόλλων”
Ο Δημήτρης Κατσαπρακάκης αναφέρει ότι “το πρόγραμμα Απόλλων ήταν ένα εφεύρημα της κυβέρνησης για να απορροφήσει τα 100 εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, τα οποία η ΕΕ είχε διαθέσει αποκλειστικά για την ενίσχυση των ενεργειακών κοινοτήτων εξαιρώντας μάλιστα τις ψευδο – κοινότητες.”
Αντ΄αυτού, το Υπουργείο Περιβάλλοντος επέλεξε να επιδοτήσει ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι είχαν ήδη αδειοδοτημένα έργα που δεν είχαν υλοποιήσει, ώστε να τα ολοκληρώσουν και να διαθέσουν εκτός ελεύθερης αγοράς την παραγόμενη ενέργεια στους Δήμους σε “εγγυημένα” χαμηλή τιμή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε αυτήν την πρόταση, καθώς δεν είχε σχέση με τον αρχικό σκοπό υποστήριξης των ενεργειακών κοινοτήτων, των οποίων μάλιστα μέλη είναι αρκετοί Δήμοι στη χώρα. Μετά την αποτυχία αυτή το Υπουργείο επανήλθε και πρότεινε να δημιουργήσουν οι Δήμοι ενεργειακές κοινότητες, αλλά χωρίς να είναι οι ίδιοι παραγωγοί. Και πάλι συγκεκριμένοι επενδυτές θα επιδοτούνταν για να κατασκευάσουν έργα που θα παρείχαν την ενέργεια στους Δήμους σε “εγγυημένα” χαμηλή τιμή.
Και στη δεύτερη περίπτωση, η προσπάθεια απέτυχε και έτσι χάθηκαν τα 100 εκατομμύρια ευρώ με μηδενικό τελικά όφελος για τις “πραγματικές” ενεργειακές κοινότητες.
Όσον αφορά την περαιτέρω στάση του Υπουργείου Περιβάλλοντος σε σχέση με τις ενεργειακές κοινότητες, αλλά και τις επιλογές του Υπουργείου, οι οποίες οδήγησαν στην αστοχία του προγράμματος “Απόλλων”, επικοινωνήσαμε με τους αρμόδιους εκπροσώπους για να σχολιάσουν. Ωστόσο, αρνήθηκαν τον σχολιασμό και για τα δύο θέματα.
Τι είναι το Watt;
Είναι μονάδα μέτρησης της ισχύος, δηλαδή πόση ενέργεια σε συγκεκριμένο χρόνο παράγει ή καταναλώνει μια μηχανή. Μια ηλεκτρική κουζίνα για παράδειγμα για να λειτουργήσει, χρειάζεται ισχύ μέχρι 2.000 Watt (2 kW), ενώ ένα κινητό τηλέφωνο χρειάζεται ισχύ μέχρι 5 Watt. Μια ανεμογεννήτρια μπορεί να παράγει ισχύ μέχρι 5.000.000 Watt (5 MW), ενώ μια ομάδα από ανεμογεννήτριες ή φωτοβολταϊκά μπορούν να παράγουν ισχύ που ξεπερνά το 1.000.000.000 Watt (1 GW).
